Share

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ

                Δ´

Ἡ θάλασσα˙ πῶς ἔγινε ἔτσι ἡ θάλασσα;
Ἄργησα χρόνια στὰ βουνὰ-
μ
ὲ τύφλωσαν οἱ
πυγολαμπίδες.
Τώρα σ
ὲ τοῦτο τ᾿ ἀ
κρογιάλι περιμένω
ν
᾿ ἀράξει ἕνας ἄνθρωπος

ἕνα ὑπόλειμμα, μιὰ σχεδία.
Μὰ μπορεῖ νὰ κακοφορμίσει ἡ θάλασσα;
Ἕνα δελφίνι τὴν ἔσκισε μία φορὰ
κι
ἀκόμη μιὰ φορὰ
ἡ ἄκρη τοῦ φτεροῦ ἑνὸς γλάρου.


Κι ὅμως ἦταν γλυκὸ τὸ κύμα
ὅπου ἔπεφτα παιδὶ καὶ κολυμποῦσα
κι
ἀκόμη σὰν ἤ
μουν παλικάρι
καθ
ὼς ἔψαχνα σχήματα στὰ
βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,
μο
ῦ μίλησε ὁ Θαλασσινὸ
ς Γέρος:
«
Ἐγὼ εἶμαι ὁ τόπος σου˙

ἴσως νὰ μὴν εἶμαι κανεὶς
ἀλλὰ μπορῶ νὰ γίνω αὐτὸ ποὺ θέλεις».


               Ε’
Ποιος άκουσε καταμεσήμερα
το σύρσιμο του μαχαιριού στην ακονόπετρα;
Ποιος καβαλάρης ήρθε
με το προσάναμμα και το δαυλό;
Καθένας νίβει τα χέρια του
και τα δροσίζει.
Και ποιος ξεκοίλιασε
τη γυναίκα το βρέφος και το σπίτι;
Ένοχος δεν υπάρχει, καπνός.
Ποιος έφυγε
χτυπώντας πέταλα στις πλάκες;
Κατάργησαν τα μάτια τους· τυφλοί.
Μάρτυρες δεν υπάρχουν πια, για τίποτε.



ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ
          Θ’

Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τά ῾βλεπαν
κι αὐτοὶ γελοῦσαν

Ὅμως νὰ λάμνεις στὸ σκοτεινὸ ποταμὸ
πάνω νερ
ὰ˙
ν
ὰ πηγαίνεις στὸν ἀγνοημένο δρόμο
στ
ὰ τυφλὰ
, πεισματάρης
κα
ὶ νὰ
γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σ
ὰν τὸ
πολύροζο λιόδεντρο-
ἄφησε κι ἂς γελοῦν.
Κα
ὶ νὰ ποθεῖς νὰ κατοικήσει κι ὁ ἄ
λλος κόσμος
στ
ὴ σημερινὴ πνιγερὴ μοναξιὰ
στ’ ἀφανισμένο τούτο παρόν-
ἄφησέ τους.

Ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος κι ἡ δροσιὰ τῆς αὐγῆς
ὑπάρχουν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει κανένας.